Θα το ξαναπώ, δεν συμπαθούσα ποτέ τις ελληνικές ταινίες. Στα δάχτυλα μετρημένες είναι αυτές που πραγματικά εκτιμώ. Όχι από σνομπισμό, κυρίως από αισθητικό ένστικτο. Όμως, όπως και με τον Αλέκο Σακελλάριο, που έχω γράψει, που θεωρώ πως σε στιγμές ξεπερνούσε φόρμες του εξωτερικού (καλλιτεχνική διάνοια) έτσι και με κάποιους Έλληνες ηθοποιούς πάντα πίστευα ότι, αν έκαναν καριέρα εκτός συνόρων, θα σάρωναν. Έλειψε το σύστημα, όχι το ταλέντο. Και κάπου εκεί έπεσα στην εφηβεία (αιώνες πριν) πάνω σε ένα "άγνωστο" διαμαντάκι (διαδίκτυο τότε μεγάλο ζόρι για πληροφορίες).

Τη Χιονάτη και τα 7 Γεροντοπαλίκαρα.
Και ναι, έκανα το λάθος να το δω προκατειλημμένος. Γιατί αυτό που βρήκα δεν ήταν μια απλή κωμωδία εποχής, αλλά ένα κινηματογραφικό πείραμα με νεύρο, θράσος και απίστευτη αυτοπεποίθηση για το '60. Σκηνοθετεί ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα, και βοηθός του ο Κώστας Λυχναράς (Κωνσταντίνου και Ελένης, Δέκα λεπτά Κήρυγμα, το Καφέ της Χαράς μέχρι....ο Χριστός ξανασταυρώνεται!). Και ήδη αυτό λέει πολλά,ένας από τους θεμελιωτές του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου, να πιάνει παραμύθι-σύμβολο και να το μεταφέρει στην αστική Ελλάδα της εποχής εκείνης.
Όχι Disney. Όχι δάσος με μαγικά πλάσματα. Αλλά μια κοινωνική παρωδία, όπου οι "νάνοι" γίνονται… επτά γεροντοπαλίκαρα. Μια ιδέα που από μόνη της είναι meta-χιούμορ. Η "Χιονάτη" εδώ είναι η Τζένη Καρέζη. Και απέναντί της δεν έχει κομπάρσους, αλλά μια άτυπη εθνική ομάδα τιτάνων του ελληνικού
κινηματογράφου-θεάτρου. Ορέστης Μακρής, Βασίλης Αυλωνίτης, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Νίκος Σταυρίδης, Μίμης Φωτόπουλος, Αλέκος Λειβαδίτης, και φυσικά τον γλυκύτατο Χρήστο Ευθυμίου. Δηλαδή, μιλάμε για cast που σήμερα θα το λέγαμε "Avengers Assemble" του ελληνικού σινεμά.Και εδώ έρχεται το πιο περίεργο της υπόθεσης, ο Φιλοποίμην Φίνος δεν ήθελε να γυριστεί. Όχι επειδή δεν του άρεσε η ιδέα. Αλλά επειδή θεωρούσε ότι τόσα μεγάλα κινηματογραφικά ονόματα δεν θα μπορούσαν να "δέσουν". Ότι θα υπήρχαν εγωισμοί, τριβές, αδυναμία ισορροπίας. Από παραγωγική σκοπιά; Λογικό. Πολλά αστέρια σημαίνει πολλά συμβόλαια, απαιτήσεις, ισχυρές προσωπικότητες. Και όμως, η ταινία γυρίστηκε χωρίς τη Finos Film.
Κυκλοφόρησε στις 26 Δεκεμβρίου '60.
Ασπρόμαυρη.
Περίπου 100 λεπτά.
Και έκανε επιτυχία, με αλλεπάλληλες προβολές καθημερινά στην Αθήνα και περίπου 90.000 εισιτήρια, κατακτώντας υψηλή θέση στις εμπορικές επιδόσεις της χρονιάς. Δηλαδή, το ρίσκο λειτούργησε. Αυτό που με εντυπωσίασε όμως δεν είναι τα νούμερα. Είναι η τόλμη.
Η ταινία δεν είναι πιστή μεταφορά του παραμυθιού. Είναι κοινωνική σάτιρα μεταμφιεσμένη σε λαϊκή κωμωδία. Δεν έχει καθρέφτες που μιλούν. Έχει χαρακτήρες που κουβαλούν ολόκληρη την ελληνική μικροαστική ψυχολογία της δεκαετίας του ’60. Δεν έχει μαγεία, έχει χαρακτήρες-αρχέτυπα.
Και εδώ είναι που αλλάζω στρατόπεδο.
Γιατί όταν βλέπεις αυτό το σύνολο ηθοποιών να παίζουν με τέτοιο ρυθμό, τέτοια χημεία και τέτοια αίσθηση timing, συνειδητοποιείς κάτι, δεν υστερούσαμε σε ταλέντο. Υστερούσαμε σε βιομηχανία.
Αν ο Αυλωνίτης, ο Μακρής ή ο Παπαγιαννόπουλος είχαν βρεθεί σε στούντιο με διεθνή διανομή;
Αν η Καρέζη είχε δοκιμαστεί σε ευρωπαϊκές παραγωγές art cinema;
Σε κάποιο multiverse η ιστορία είναι τελείως διαφορετική. Η Χιονάτη και τα 7 Γεροντοπαλίκαρα δεν είναι η καλύτερη ελληνική ταινία. Είναι όμως ένα παράδοξο, ένα υβρίδιο, ένα case study του πώς η ελληνική κινηματογραφική σκηνή τόλμησε, έστω για λίγο, να παίξει all-star μπάλα χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
Και ναι. Από κάποιον που δεν συμπαθούσε τις ελληνικές ταινίες, αυτό λέει κάτι. Γιατί καμιά φορά τα "άγνωστα" διαμαντάκια δεν χρειάζονται υπεράσπιση. Χρειάζονται απλώς κάποιον να τα δει χωρίς προκατάληψη.
Vasilis Cøũts
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου