Δεν θυμάμαι τόσα χρόνια αν έχω κάνει αφιέρωμα στον Βόλντεμορτ (μη μου ξεκινήσετε τα κρυοκωλέ περί Βαρουφάκη). Μιλάω για το καραφλό με τις φιδοαναμοχλεύσεις της Ρόουλινγκ. Μάλλον δεν έχω κάνει. Άρα, άραξε κάνει και δροσούλα τώρα το βράδυ και διάβασε χαλαρά.
Αν βαριέσαι φύγε!
Αρχικά να πούμε πως υπάρχει ένα παράδοξο γύρω από τον Βόλντεμορτ που ακολουθεί το Χάρι Πότερ εδώ και χρόνια. Από τη μία έχουμε έναν μάγο τόσο επικίνδυνο ώστε μια ολόκληρη κοινωνία αποφεύγει επί δεκαετίες ακόμη και να προφέρει το όνομά του. Έναν άνθρωπο που δολοφονεί χωρίς δισταγμό, εισβάλλει στις σκέψεις των άλλων, δημιουργεί Πεμπτουσιωτές, καταλαμβάνει το Υπουργείο Μαγείας, πετά χωρίς σκούπα, πειραματίζεται με μορφές σκοτεινής μαγείας που οι περισσότεροι μάγοι δεν γνωρίζουν καν ότι υπάρχουν και μπορεί να σταθεί απέναντι στον Άλμπους Ντάμπλντορ σε πραγματική μονομαχία χωρίς να εξαϋλωθεί στα πρώτα δεκαπέντε δευτερόλεπτα, επίτευγμα που από μόνο του θα άξιζε να μπει με κεφαλαία στο βιογραφικό του. Από την άλλη υπάρχει το αιώνιο επιχείρημα, ναι ρέι Μπίλ,αλλά τόσο πανίσχυρος ήταν και τελικά δεν μπόρεσε να νικήσει ένα σχολείο;
Μόνο που η ερώτηση είναι λάθος ήδη από τη διατύπωσή της. Ο Βόλντεμορτ δεν έχασε από ένα σχολείο. Έχασε την τελευταία μάχη ενός πολέμου μέσα σε ένα οχυρό όπου είχαν συγκεντρωθεί σχεδόν όλες οι δυνάμεις της αντίστασης, ενώ ταυτόχρονα κατέρρεαν οι μηχανισμοί που τον είχαν κάνει σχεδόν αθάνατο. Και ακόμη πιο σημαντικό, έχασε επειδή τα ίδια χαρακτηριστικά που τον έκαναν τόσο αποτελεσματικό ως τύραννο, η αλαζονεία, η εμμονή με τον έλεγχο, η περιφρόνηση για τους άλλους, η απόλυτη πίστη στη δύναμη, περιόριζαν με τρόπο καταστροφικό όσα μπορούσε να καταλάβει.
Ο Τομ Μάρβολο Ριντλ γεννιέται στις 31 Δεκεμβρίου του '26. Η μητέρα του, Μέροπ Γκάουντ, είναι απόγονος του Σαλαζάρ Σλίθεριν και μέλος μιας κάποτε σημαντικής, αλλά πλέον εξαθλιωμένης και βίαιης οικογένειας καθαρόαιμων μάγων. Ο πατέρας του, Τομ Ριντλ ο πρεσβύτερος, είναι μαγκλ. Αυτή η λεπτομέρεια είναι θεμελιώδης, γιατί ο μελλοντικός προφήτης της καθαρότητας του αίματος είναι ο ίδιος ημίαιμος και φέρει μάλιστα το όνομα του Μαγκλ πατέρα που αργότερα θα μισήσει και θα δολοφονήσει. Θυμίζει λίγο την ιστορική παπάτζα πως ο Χίτλερ είχε Εβραία μάνα.
Η Μέροπ ερωτεύεται τον Τομ Ριντλ τον πρεσβύτερο και, σύμφωνα με την ερμηνεία που παρουσιάζει ο Ντάμπλντορ, πιθανότατα χρησιμοποιεί ερωτικό φίλτρο ή κάποια μορφή μαγικής χειραγώγησης για να τον κρατήσει μαζί της. Όταν η επίδραση σταματά, εκείνος την εγκαταλείπει. Η Μέροπ, έγκυος και εξαθλιωμένη, γεννά σε ορφανοτροφείο του Λονδίνου, ονομάζει το παιδί της Τομ Μάρβολο Ριντλ και πεθαίνει λίγο αργότερα.
Εδώ χρειάζεται μια διόρθωση σε μια από τις πιο επίμονες fandom υπεραπλουστεύσεις,το γεγονός ότι ο Βόλντεμορτ συνελήφθη μέσα σε μια σχέση που δεν βασίστηκε στην πραγματική αγάπη δεν σημαίνει ότι γεννήθηκε βιολογικά ή μαγικά ανίκανος να αγαπήσει. Το ερωτικό φίλτρο λειτουργεί κυρίως συμβολικά. Ο Τομ γεννιέται μέσα από μια ένωση χωρίς αμοιβαία αγάπη και ελεύθερη συναίνεση, αλλά η σειρά δεν λέει ότι αυτό καθορίζει μοιραία τον χαρακτήρα του. Η ηθική του Χάρι Πότερ βασίζεται ακριβώς στο αντίθετο, οι επιλογές έχουν σημασία. Αν ο Βόλντεμορτ ήταν κατασκευασμένος από τη γέννησή του ως μεταφυσικά ανίκανος για το καλό, τότε μεγάλο μέρος της ηθικής αντιπαράθεσης της σειράς θα κατέρρεε. Δεν είναι τέρας επειδή γεννήθηκε τέρας. Γίνεται τέρας επειδή επανειλημμένα επιλέγει την εξουσία αντί της σχέσης, τον έλεγχο αντί της εμπιστοσύνης και την αυτοθεοποίηση αντί της κοινής ανθρώπινης μοίρας.
Όταν ο Ντάμπλντορ επισκέπτεται το ορφανοτροφείο για να του ανακοινώσει ότι είναι μάγος, δεν συναντά απλώς ένα παραμελημένο και μοναχικό παιδί. Συναντά ένα παιδί που ήδη χρησιμοποιεί τις ικανότητές του για να ελέγχει και να τρομοκρατεί. Ο μικρός Τομ γνωρίζει ότι μπορεί να κάνει πράγματα που οι άλλοι δεν μπορούν, να μετακινεί αντικείμενα, να προκαλεί φόβο, να πληγώνει, να μιλά με φίδια. Κρατά αντικείμενα που παίρνει από άλλα παιδιά σαν τρόπαια. Και υπάρχει εκείνη η περίφημη ιστορία με δύο παιδιά που οδήγησε σε μια σπηλιά και τα οποία επέστρεψαν τρομοκρατημένα, χωρίς ποτέ να εξηγήσουν καθαρά τι συνέβη. Η ίδια σπηλιά θα γίνει δεκαετίες αργότερα κρυψώνα ενός Πεμπτουσιωτή. Αυτό είναι από τα πιο χαρακτηριστικά ψυχολογικά μοτίβα του Ριντλ, δεν εγκαταλείπει ποτέ πραγματικά το παιδί που συλλέγει τρόπαια από στιγμές κυριαρχίας.Απλώς, μεγαλώνοντας, τα τρόπαια γίνονται κειμήλια των ιδρυτών του Χόγκουαρτς και τα μυστικά παιχνίδια εξουσίας μετατρέπονται σε καθεστώς τρόμου.
Όταν μαθαίνει ότι είναι μάγος, ο Τομ βρίσκει επιτέλους την εξήγηση για τη διαφορετικότητά του. Το κρίσιμο όμως είναι το συμπέρασμα που βγάζει. Δεν σκέφτεται άρα ανήκω κάπου Σκέφτεται, άρα είμαι ανώτερος άρα θα σας γ@μήσω το σπίτι. Εκεί βρίσκεται σε μικρογραφία ολόκληρη η μετέπειτα πορεία του.Στο Χόγκουαρτς δεν είναι ακόμη το ερπετοειδές πλάσμα που γνωρίζουμε αργότερα. Είναι όμορφος, ευγενικός όταν θέλει, εξαιρετικά ευφυής, χαρισματικός και υποδειγματικός μαθητής. Ο Σλάγκχορν τον θεωρεί ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που έχει διδάξει. Οι περισσότεροι καθηγητές τον θαυμάζουν. Ο Ριντλ καταλαβαίνει πολύ γρήγορα τι θέλει να ακούσει κάθε άνθρωπος και ποια εκδοχή του εαυτού του πρέπει να παρουσιάσει. Πριν γίνει δικτάτορας, με άλλα λόγια, ήταν εκείνος ο μαθητής που θα έπαιρνε είκοσι σε όλα, θα γινόταν πρόεδρος του δεκαπενταμελούς και κάπου προς το τέλος θα ανακάλυπτες ότι έχουν εξαφανιστεί τρεις συμμαθητές και κανείς δεν θέλει να κάνει πολλές ερωτήσεις.
Αυτό που τον κινεί δεν είναι απλώς η επιθυμία για δύναμη αλλά η ανάγκη για μοναδικότητα. Απεχθάνεται το "Τομ" επειδή είναι ένα κοινό όνομα και επειδή τον συνδέει με τον πατέρα του. Έτσι κατασκευάζει τον "Λόρδο Βόλντεμορτ". Η αλλαγή δεν είναι απλώς θεατρική. Είναι μια συνειδητή απόπειρα αυτοδημιουργίας. Ο Τομ Ριντλ επιχειρεί να εξαφανίσει συμβολικά τον Τομ Ριντλ, τον γιο ενός Μαγκλ, το εγκαταλελειμμένο ορφανό, τον κοινό άνθρωπο που κάποτε θα πεθάνει. Απορρίπτει το όνομα, την πατρική καταγωγή, τη θνητότητα και τελικά το ίδιο το ανθρώπινο σώμα του. Γι’ αυτό η σταδιακή παραμόρφωσή του έχει τόσο μεγάλη λογοτεχνική σημασία. Όσο περισσότερο προσπαθεί να απαλλαγεί από την ανθρώπινη αδυναμία, τόσο περισσότερο παύει να μοιάζει με άνθρωπο. Ο άνθρωπος που θέλει να νικήσει τον θάνατο αποκτά, ειρωνικά, όψη ήδη νεκρή.
Οι Πεμπτουσιωτές είναι η ακραία έκφραση αυτής της εμμονής. Ο φόνος διασπά την ψυχή και η δημιουργία Πεμπτουσιωτή επιτρέπει στον μάγο να αποσπάσει μέρος της και να το φυλακίσει αλλού, ώστε όσο εκείνο το κομμάτι επιβιώνει ο ίδιος να μην μπορεί να πεθάνει οριστικά. Ο Ριντλ όμως δεν αρκείται σε έναν. Έχει εμμονή με τον αριθμό επτά, τον οποίο θεωρεί ιδιαίτερα ισχυρό μαγικά, και επιδιώκει να διαιρέσει την ψυχή του με τέτοιον τρόπο ώστε να υπάρχουν έξι Πεμπτουσιωτές και το έβδομο κομμάτι να παραμένει μέσα του. Οι συνειδητά δημιουργημένοι Πεμπτουσιωτές είναι το ημερολόγιο του Τομ Ριντλ, το δαχτυλίδι του Μάρβολο Γκάουντ, το μενταγιόν του Σαλαζάρ Σλίθεριν, το κύπελλο της Χέλγκα Χάφλπαφ, το διάδημα της Ροβένα Ράβενκλοου και η Ναγκίνι.Ο Χάρι γίνεται άθελά του ακόμη ένας φορέας της ψυχής του όταν η φονική κατάρα επιστρέφει πάνω στον Βόλντεμορτ το '81. Η ψυχή του είναι τότε ήδη τόσο κατεστραμμένη ώστε ένα κομμάτι της προσκολλάται στο μοναδικό ζωντανό ον που βρίσκεται εκεί.
Το πραγματικά ενδιαφέρον όμως δεν είναι μόνο ότι ο Βόλντεμορτ έφτιαξε Πεμπτουσιωτές. Είναι ότι δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ανάγκη να τους κάνει σημαντικούς. Ένας στρατηγικά ψυχρός άνθρωπος θα μπορούσε να βάλει ένα κομμάτι της ψυχής του σε μια τυχαία πέτρα, να την πετάξει στον ωκεανό και να καταστρέψει τα νεύρα οποιουδήποτε μελλοντικού κυνηγού Πεμπτουσιωτών. Ο Βόλντεμορτ, όμως, θέλει κειμήλια, αντικείμενα με ιστορία, πράγματα που συνδέονται με τους ιδρυτές του Χόγκουαρτς και με τη δική του αίσθηση μεγαλείου. Αυτό ακριβώς επιτρέπει στον Ντάμπλντορ να τον διαβάσει. Η ματαιοδοξία του κάνει προβλέψιμο κάτι που θα μπορούσε να είναι απολύτως τυχαίο. Αν είχε επιλέξει έξι κοινές πέτρες, ο Χάρι και ο Ντάμπλντορ πιθανότατα θα έψαχναν ακόμη κάπου μεταξύ Σκωτίας και Αζερμπαϊτζάν.
Η παντοδυναμία του, λοιπόν, δεν είναι μύθος. Ο Βόλντεμορτ είναι πράγματι ένας από τους ισχυρότερους μάγους της εποχής του. Η δύναμή του όμως δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν αριθμητικό στατιστικό σε παιχνίδι ρόλων. Δεν υπάρχει σοβαρό Ντάμπλντορ 98, Βόλντεμορτ 97, Γκρίντελβαλντ 95. Η ισχύς του προκύπτει από έναν σπάνιο συνδυασμό έμφυτου ταλέντου, εξαιρετικής νοημοσύνης, τεράστιας γνώσης και προθυμίας να παραβιάσει ηθικά και μαγικά όρια που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα πλησίαζαν. Χρησιμοποιεί συνειδητά μαγεία πριν καν ξέρει τι είναι το Χόγκουαρτς, είναι γλωσσογνώστης των φιδιών, εξαιρετικός στη νοητική διείσδυση, βαθύς γνώστης των σκοτεινών τεχνών, δημιουργός πολύπλοκων κατάρων και προστασιών, ικανός να χρησιμοποιεί μαγεία και να επιβιώνει χωρίς πλήρες σώμα. Κατορθώνει ακόμη να πετά χωρίς σκούπα, κάτι που παρουσιάζεται ως εξαιρετικά σπάνιο. Η μονομαχία του με τον Ντάμπλντορ στο Υπουργείο δείχνει καθαρά το επίπεδό του, η μαγεία τους είναι ταχύτατη, δημιουργική και σχεδόν αρχιτεκτονική, όχι απλώς ανταλλαγή δύο χρωματιστών ακτίνων. Και το γεγονός ότι ο ίδιος φοβάται τον Ντάμπλντορ είναι ίσως η μεγαλύτερη φιλοφρόνηση που μπορεί να κάνει κανείς στη δύναμη και των δύο.
Το πιο τρομακτικό όμως με τον Βόλντεμορτ δεν είναι η ατομική μαγική του ισχύς. Είναι η ικανότητά του να μετατρέψει μια ήδη υπάρχουσα κοινωνική προκατάληψη σε ολοκληρωτική ιδεολογία. Η ιδέα της καθαρότητας του αίματος δεν γεννιέται μαζί του. Ο μαγικός κόσμος έχει ήδη παλιές καθαρόαιμες οικογένειες, αριστοκρατικές εμμονές, περιφρόνηση προς τους Μαγκλ και προκατάληψη απέναντι στους μαγκλογεννημένους. Ο Βόλντεμορτ παίρνει αυτή την παράδοση και της δίνει πολιτική κατεύθυνση. Η μαγική καταγωγή δεν είναι πλέον απλώς κοινωνικό κύρος,γίνεται κριτήριο νομιμότητας. Ο καθαρόαιμος παρουσιάζεται ως ο πραγματικός μάγος και ο μαγκλογεννημένος ως κάποιος που κατέχει κάτι που, κατά την προπαγάνδα του καθεστώτος, δεν του ανήκει πραγματικά.
Οι αναλογίες με φασιστικές και φυλετικές ιδεολογίες του εικοστού αιώνα είναι σαφείς, αλλά έχει περισσότερο ενδιαφέρον να τις δούμε ως δομική συγγένεια παρά ως παιδική αντιστοίχιση τύπου Βόλντεμορτ = Χίτλερ. Ο Βόλντεμορτ κατασκευάζει έναν εσωτερικό εχθρό, δημιουργεί ιεραρχία ανθρώπινης αξίας, υπόσχεται αποκατάσταση μιας υποτιθέμενης παλιάς καθαρότητας, εξυψώνει τον φόβο σε μέθοδο διακυβέρνησης και χρησιμοποιεί τη βία όχι μόνο για να εξοντώνει αντιπάλους αλλά για να διδάσκει σε όλους τους υπόλοιπους τι θα τους συμβεί αν αντισταθούν. Η Ρόουλινγκ έχει μιλήσει για τον Βόλντεμορτ ως τύπο παρανοϊκού, μεγαλομανούς δικτάτορα και έχει σχολιάσει την ανατριχιαστική ομοιότητα ανάμεσα στη δική της φανταστική ταξινόμηση καθαρόαιμων, ημίαιμων και μγκλογεννημένων και σε πραγματικές φυλετικές κατηγοριοποιήσεις του ναζισμού. Το σημαντικό, πάντως, είναι ότι η σειρά δεν περιορίζει το κακό σε μερικούς μασκοφόρους τρομοκράτες. Στο έβδομο βιβλίο το κακό έχει αποκτήσει γραφεία, επιτροπές, φακέλους και σφραγίδες.
Αυτό είναι ίσως η πιο ώριμη πολιτική ιδέα της σειράς. Ο Βόλντεμορτ δεν καταργεί το Υπουργείο Μαγείας. Το καταλαμβάνει και το χρησιμοποιεί. Μετά τη δολοφονία του Ρούφους, ο Πίους Θίκνες αναλαμβάνει ως ελεγχόμενος Υπουργός Μαγείας. Οι υπηρεσίες εξακολουθούν να λειτουργούν. Οι υπάλληλοι πηγαίνουν στις δουλειές τους. Υπάρχουν επιτροπές, καταγραφές, ανακρίσεις. Η παλιοπουταvαραΘεΜουΣχώραμε Ντολόρες Άμπριτζ συμμετέχει στην Επιτροπή Καταγραφής Μαγκλογεννημένων, όπου άνθρωποι καλούνται ουσιαστικά να αποδείξουν ότι έχουν δικαίωμα στην ίδια τους τη μαγεία. Ο Χάρι χαρακτηρίζεται "Ανεπιθύμητος Νο 1", η ενημέρωση ελέγχεται και το Χόγκουαρτς μετατρέπεται σε μηχανισμό καθεστωτικής εκπαίδευσης υπό τους Κάροου. Οι Μαγκλ παρουσιάζονται μέσα από προπαγάνδα, οι Σκοτεινές Τέχνες νομιμοποιούνται και μαθητές υποχρεώνονται να βασανίζουν συμμαθητές τους. Ο Βόλντεμορτ, δηλαδή, δεν κερδίζει απλώς μάχες. Για ένα διάστημα κερδίζει το κράτος.
Γι’ αυτό και το επιχείρημα δεν κατάφερε να πάρει ένα σχολείο καταρρέει εύκολα. Το σχολείο το είχε ήδη πάρει. Η Μάχη του Χόγκουαρτς δεν είναι πολιορκία με στόχο την κατάκτηση ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος. Είναι εξέγερση μέσα στο τελευταίο μεγάλο σύμβολο και οχυρό της αντίστασης. Απέναντί του δεν βρίσκονται απλώς μαθητές. Βρίσκονται καθηγητές του Χόγκουαρτς, μέλη του Τάγματος του Φοίνικα, ο Στρατός του Ντάμπλντορ, ενήλικοι πρώην μαθητές, άνθρωποι από το Χόγκσμιντ, κένταυροι και τελικά τα ξωτικά του Χόγκουαρτς υπό τον Κρίτσερ. Ο Βόλντεμορτ από την πλευρά του διαθέτει Θανατοφάγους, γίγαντες και συμμάχους όπως λυκανθρώπους, τους οποίους βέβαια δεν θεωρεί ισότιμους αλλά χρήσιμους. Η καθαρότητα της ιδεολογίας του, όπως συχνά συμβαίνει σε αυταρχικά καθεστώτα, είναι πολύ πιο αυστηρή για τους υπηκόους απ’ ό,τι για τον ηγέτη που χρειάζεται πρακτικές εξαιρέσεις.
Και υπάρχει βέβαια η υπέροχη ειρωνεία ότι ολόκληρη η ιδεολογία της καθαρόαιμης υπεροχής υπηρετεί έναν ημίαιμο. Ο πατέρας του Βόλντεμορτ δεν είναι κάποιος μακρινός Μαγκλ πρόγονος. Είναι ο πατέρας του. Ο Βόλντεμορτ λύνει αυτή την αντίφαση όχι με λογική αλλά με αυτομυθολογία,απορρίπτει το όνομα Ριντλ, δολοφονεί τον πατέρα και τους παππούδες του, αγκαλιάζει τη γραμμή αίματος των Γκάουντ και την καταγωγή από τον Σλίθεριν και μετατρέπει εκείνο που θεωρεί ντροπιαστικό στον εαυτό του σε κριτήριο καταδίωξης για τους άλλους. Δεν χρειάζεται να του δώσουμε κλινική διάγνωση για να δούμε εδώ έναν μηχανισμό προβολής, ακραίου ναρκισσισμού και αυτοκατασκευής.
Στον πυρήνα όλων αυτών βρίσκεται ο φόβος του θανάτου. Ο Βόλντεμορτ δεν φοβάται απλώς να πεθάνει περισσότερο απ’ όσο ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Αντιλαμβάνεται τον θάνατο σχεδόν ως προσωπική προσβολή. Έχει επενδύσει τόσο πολύ στην ιδέα ότι είναι εξαιρετικός ώστε η κοινή μοίρα όλων των ανθρώπων τού φαίνεται απαράδεκτη. Δεν θέλει απλώς να ζήσει πολύ· θέλει να βρίσκεται έξω από τον κανόνα. Εκεί βρίσκεται και η βαθύτερη αντίθεσή του με τον Ντάμπλντορ, ο οποίος έχει καταλάβει ότι υπάρχουν πράγματα χειρότερα από τον θάνατο και ότι η αποδοχή της θνητότητας δεν είναι ήττα. Ο Βόλντεμορτ απορρίπτει αυτή την ιδέα ως αδυναμία και, ακριβώς γι’ αυτό, καταλήγει να γίνεται σκλάβος της.
Η περίφημη δύναμη της αγάπης στη σειρά συχνά παρουσιάζεται υπερβολικά γλυκανάλατα, σαν να πρόκειται για γενικό μήνυμα τύπου η αγάπη νικάει. Στην πραγματικότητα, μέσα στον μηχανισμό της ιστορίας είναι πολύ πιο συγκεκριμένη. Ο Βόλντεμορτ έχει ένα ψυχολογικό μοντέλο στο οποίο όλοι λειτουργούν σύμφωνα με την αυτοσυντήρηση, τον φόβο και την επιθυμία ισχύος. Γι’ αυτό δεν μπορεί να προβλέψει πράξεις αυτοθυσίας. Η Λίλι Πότερ επιλέγει να πεθάνει αντί να παραμερίσει. Αυτή η εθελοντική θυσία ενεργοποιεί την προστασία που κάνει τη Φονική Κατάρα να επιστρέψει πάνω του. Χρόνια αργότερα ο Χάρι κάνει το ίδιο πράγμα σε μεγαλύτερη κλίμακα,πηγαίνει οικειοθελώς στον απαγορευμένο δρυμό, δεν αμύνεται και αφήνει τον Βόλντεμορτ να τον χτυπήσει ώστε να προστατεύσει τους άλλους. Ο Βόλντεμορτ πέφτει ουσιαστικά δύο φορές στην ίδια κατηγορία μαγείας επειδή δεν μπορεί να διανοηθεί ότι κάποιος θα επιλέξει συνειδητά τον θάνατο για άλλον άνθρωπο. Σε αυτό το σημείο ακόμη και ο Σνέιπ θα είχε γράψει στο περιθώριο, είχαμε πει να διαβάζετε τα προηγούμενα κεφάλαια.
Το ίδιο γνωστικό κενό εξηγεί μια ολόκληρη αλυσίδα αποτυχιών. Δεν καταλαβαίνει τον Σνέιπ και έτσι δεν αντιλαμβάνεται ότι ο υποτιθέμενος πιστός υπηρέτης του έχει αφιερώσει χρόνια στην καταστροφή του εξαιτίας της Λίλι. Δεν καταλαβαίνει τη Ναρκίσσα Μαλφόι και έτσι δεν προβλέπει ότι μια μητέρα θα προτιμήσει να του πει ψέματα προκειμένου να επιστρέψει στον γιο της. Δεν καταλαβαίνει τον Ρέγκουλους Μπλακ και τη σχέση του με τον Κρίτσερ. Κυρίως, δεν καταλαβαίνει μορφές μαγείας που δεν σέβεται. Η μαγεία των οικιακών ξωτικών λειτουργεί διαφορετικά από την ανθρώπινη και παρακάμπτει περιορισμούς που ο ίδιος θεωρεί ασφαλείς. Ο Κρίτσερ μπορεί να φύγει από τη σπηλιά του μενταγιόν. Ο Ντόμπι παραβιάζει άμυνες που οι μάγοι θεωρούν ισχυρές. Ο Βόλντεμορτ δεν αποτυγχάνει επειδή ξέρει λίγη μαγεία, αποτυγχάνει επειδή θεωρεί ότι μόνο οι μορφές ισχύος που αναγνωρίζει ο ίδιος αξίζουν σοβαρής προσοχής.
Αυτό φαίνεται εξαιρετικά και στην ιστορία των ραβδιών. Ο Βόλντεμορτ αντιλαμβάνεται ότι το δικό του ραβδί και εκείνο του Χάρι έχουν συγγενικούς πυρήνες, επειδή περιέχουν φτερά από τον ίδιο φοίνικα, τον Φωκς. Το φαινόμενο αυτό συμβάλλει στη σύνδεση των ραβδιών τους στο νεκροταφείο του Χάνγκλετον. Ο Βόλντεμορτ αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει πρόβλημα και προσπαθεί να το λύσει τεχνικά. Χρησιμοποιεί άλλο ραβδί. Αποτυγχάνει. Έπειτα αναζητά το Γηραιό Ραβδί, το θρυλικότερο από τα ραβδιά των Κλήρων του Θανάτου. Το αποκτά από τον τάφο του Ντάμπλντορ, αλλά δεν καταλαβαίνει πώς λειτουργεί η πίστη του. Πιστεύει ότι επειδή ο Σνέιπ σκότωσε τον Ντάμπλντορ έγινε κύριος του ραβδιού και γι’ αυτό τον δολοφονεί. Στην πραγματικότητα, ο Ντράκο Μαλφόι είχε ήδη αφοπλίσει τον Ντάμπλντορ στον Πύργο της Αστρονομίας, οπότε η πίστη είχε περάσει σε εκείνον. Αργότερα ο Χάρι νικά και αφοπλίζει τον Ντράκο στο Μέγαρο των Μαλφόι. Ο πραγματικός κύριος του Γηραιού Ραβδιού είναι λοιπόν ο Χάρι, παρότι το ίδιο το ραβδί βρίσκεται στα χέρια του Βόλντεμορτ. Είναι σχεδόν τέλεια ειρωνεία, ο άνθρωπος που βασίζει την κοσμοθεωρία του στην κατοχή και την ισχύ κρατά το αντικείμενο αλλά δεν έχει αυτό που πραγματικά μετράει την πίστη του.
Στην τελευταία αναμέτρηση ο Χάρι τού εξηγεί τι έχει συμβεί και, πριν ανταλλάξουν ξανά ξόρκια, του προσφέρει μια τελευταία ευκαιρία να νιώσει μεταμέλεια. Αυτό έχει σημασία επειδή η μεταμέλεια, στο μαγικό σύστημα της σειράς, μπορεί να αρχίσει να επανενώνει μια διασπασμένη ψυχή. Δηλαδή η αφήγηση δεν παρουσιάζει τον Βόλντεμορτ ως ον πέρα από κάθε δυνατότητα επιλογής ακόμη και στο τέλος. Έχει έξοδο. Την απορρίπτει. Χρησιμοποιεί τη Φονική Κατάρα, ο Χάρι απαντά με Αφοπλισμό και το Γηραιό Ραβδί αρνείται ουσιαστικά να σκοτώσει τον πραγματικό του κύριο. Η κατάρα επιστρέφει στον Βόλντεμορτ και εκείνος πεθαίνει.
Εδώ η διαφορά ανάμεσα στο βιβλίο και στην ταινία είναι ουσιαστική. Στην κινηματογραφική εκδοχή ο Βόλντεμορτ διαλύεται θεαματικά σε σκόνη, σαν τελικός κακός που έχασε το boss fight. Στο βιβλίο πέφτει απλώς κάτω ένα σώμα. Αυτό είναι πολύ ισχυρότερο θεματικά. Ο άνθρωπος που πέρασε όλη του τη ζωή προσπαθώντας να αποδείξει ότι δεν είναι σαν τους άλλους πεθαίνει τελικά ακριβώς όπως οι άλλοι, ως άνθρωπος. Δεν γίνεται σκοτεινός θεός, φάντασμα ή μυθικό πλάσμα. Το σώμα του μένει εκεί. Για τον χαρακτήρα που θεωρούσε τη θνητότητα ταπείνωση, αυτή είναι η τέλεια ήττα.
Και αυτό μας φέρνει στο γιατί το καθεστώς του ήταν εξαρχής πιο εύθραυστο απ’ όσο έδειχνε. Ο Βόλντεμορτ κυβερνά μέσω τρόμου και ο τρόμος μπορεί να παράγει ταχύτατη υπακοή, αλλά είναι πολύ κακό υλικό για πραγματική πίστη. Ο Λούσιους Μαλφόι φοβάται. Ο Ντράκο εκτελεί αποστολές επειδή φοβάται για την οικογένειά του. Ο Πέτιγκριου λειτουργεί από δειλία και ανάγκη προστασίας. Η Ναρκίσσα προδίδει τον ίδιο τον Βόλντεμορτ όταν έρχεται η στιγμή να επιλέξει ανάμεσα στο καθεστώς και στο παιδί της. Ο Σνέιπ τον εξαπατά για χρόνια. Ο Ρέγκουλους εγκαταλείπει την οργάνωση όταν βλέπει τι πραγματικά υπηρετεί. Δεν υπάρχει συνεκτικό εμείς γύρω από τον Βόλντεμορτ.Υπάρχει ο Βόλντεμορτ και μια σειρά ανθρώπων που είτε τον θαυμάζουν είτε τον φοβούνται είτε προσπαθούν να επιβιώσουν κοντά του.
Ο ίδιος φόβος έχει και διοικητικές συνέπειες. Όταν ένας ηγέτης βασανίζει τους ανθρώπους που του μεταφέρουν λάθος πληροφορίες, οι υφιστάμενοι μαθαίνουν γρήγορα να μην του μεταφέρουν δυσάρεστες πληροφορίες. Ο Έιβερι τιμωρείται με τη Βασανιστική Κατάρα όταν αποδεικνύεται ότι του είχε δώσει λανθασμένα στοιχεία. Οι Μαλφόι ζουν σε μόνιμη ανασφάλεια. Η αποτυχία δεν διορθώνεται,τιμωρείται. Αυτή είναι μια από τις βασικές αυτοκαταστροφικές ιδιότητες του αυταρχισμού, ο φόβος δημιουργεί πειθαρχία, αλλά ταυτόχρονα παραμορφώνει την πληροφορία που φτάνει στην κορυφή.
Και βέβαια υπάρχει η Προφητεία. Η Σίμπιλ Τρελόνι προφητεύει την άφιξη εκείνου που θα έχει τη δύναμη να νικήσει τον Σκοτεινό Άρχοντα. Οι προϋποθέσεις μπορούν αρχικά να ταιριάξουν τόσο στον Χάρι όσο και στον Νέβιλ Λονγκμπότομ. Ο Βόλντεμορτ είναι εκείνος που επιλέγει τον Χάρι ως απειλή. Πηγαίνοντας να τον σκοτώσει, του δίνει το σημάδι, δημιουργεί τη μεταξύ τους σύνδεση, προκαλεί τον θάνατο των γονιών του και ουσιαστικά κατασκευάζει τον αντίπαλο που φοβάται. Ο Ντάμπλντορ επιμένει ότι η προφητεία δεν είναι αυτόματος μηχανισμός μοίρας. Πολλές προφητείες δεν εκπληρώνονται. Αυτή αποκτά δύναμη επειδή ο Βόλντεμορτ πιστεύει σε αυτήν και ενεργεί βάσει αυτής. Ο άνθρωπος που φοβάται περισσότερο απ’ όλους να γίνει θύμα της μοίρας είναι εκείνος που τη μετατρέπει σε αυτοεκπληρούμενη πραγματικότητα.
Μέχρι τη Μάχη του Χόγκουαρτς, η κατάσταση είναι ήδη πολύ χειρότερη για εκείνον απ’ όσο υπονοεί το απλοϊκό έχασε από μαθητές. Το ημερολόγιο έχει καταστραφεί από τον Χάρι με κυνόδοντα Βασιλίσκου, το δαχτυλίδι από τον Ντάμπλντορ, το μενταγιόν από τον Ρον, το κύπελλο από την Ερμιόνη και το διάδημα από την καταραμένη φωτιά που εξαπολύει ο Κραμπ. Το κομμάτι ψυχής μέσα στον Χάρι καταστρέφεται όταν ο ίδιος ο Βόλντεμορτ τον χτυπά στο δάσος, και η Ναγκίνι σκοτώνεται από τον Νέβιλ με το Σπαθί του Γκρίφιντορ. Η παρουσία του Νέβιλ έχει μάλιστα εξαιρετική θεματική ειρωνεία,ο δεύτερος πιθανός υποψήφιος της αρχικής προφητείας είναι αυτός που εξαλείφει τον τελευταίο Πεμπτουσιωτή. Ο Βόλντεμορτ διάλεξε τον Χάρι. Δεν έκανε τον Νέβιλ ασήμαντο. Απλώς του ανέθεσε άλλη δουλειά.
Παράλληλα η στρατιωτική του θέση καταρρέει. Η Μόλι Ουέσλι σκοτώνει την Μπέλατριξ Λεστρέιντζ. Ο Κίνγκσλεϊ Σάκλμπολτ, η Μινέρβα ΜακΓκόναγκαλ και ο Χόρας Σλάγκχορν τον αντιμετωπίζουν μαζί. Οι κένταυροι μπαίνουν στη μάχη, τα ξωτικά του Χόγκουαρτς εμφανίζονται υπό τον Κρίτσερ, ενισχύσεις φτάνουν από το Χόγκσμιντ και οι Μαλφόι έχουν ουσιαστικά εγκαταλείψει κάθε ενδιαφέρον για την πολιτική έκβαση του πολέμου και ψάχνουν απλώς τον Ντράκο. Επιπλέον, η εθελοντική θυσία του Χάρι έχει προσφέρει προστασία στους ανθρώπους για τους οποίους επέλεξε να πεθάνει. Άρα στην τελική αναμέτρηση ο Βόλντεμορτ δεν είναι ένας πανίσχυρος μάγος που ανεβαίνει χαλαρός τα σκαλιά ενός σχολείου και ξαφνικά παθαίνει ζημιά από κάτι δεκαεπτάχρονα. Είναι ένας δικτάτορας στην τελική φάση ενός εμφυλίου πολέμου, με το δίκτυο των Πεμπτουσιωτών του σχεδόν εξαφανισμένο, με τον στρατό του να διαλύεται, με κορυφαίους μάγους απέναντί του, με προστατευτική μαγεία να περιορίζει τη δυνατότητά του να επιβληθεί και με το ισχυρότερο ραβδί του κόσμου να ανήκει μαγικά στον άνθρωπο που προσπαθεί να σκοτώσει. Υπό αυτές τις συνθήκες, το περίεργο δεν είναι ότι έχασε. Το περίεργο είναι πόσο κοντά έφτασε στο να κερδίσει.
Και κάπου εκεί βρίσκεται και η τραγικότητά του. Όχι στην έννοια του παρεξηγημένου κακού που απλώς χρειαζόταν μια αγκαλιά και λίγο καλύτερο σχολικό σύμβουλο. Η ορφάνια, η εγκατάλειψη και η οικογενειακή δυσλειτουργία εξηγούν στοιχεία του χαρακτήρα του, δεν δικαιολογούν τίποτα από όσα κάνει. Η τραγωδία του είναι ότι διαθέτει τεράστια ευφυΐα χωρίς σοφία, δύναμη χωρίς εσωτερική ασφάλεια και γνώση χωρίς αυτογνωσία. Κατακτά σχεδόν κάθε μορφή μαγείας που θεωρεί σημαντική, αλλά αποτυγχάνει να καταλάβει τις ανθρώπινες σχέσεις που κινούν τους αντιπάλους και τελικά τους ίδιους τους ανθρώπους γύρω του. Θέλει να γίνει αθάνατος και για να το πετύχει ακρωτηριάζει την ψυχή του. Θέλει να είναι μοναδικός και καταλήγει να διαγράφει τα χαρακτηριστικά που τον κάνουν άνθρωπο. Θέλει απόλυτο έλεγχο και κατασκευάζει ένα καθεστώς τόσο εξαρτημένο από τον ίδιο ώστε να μην μπορεί να επιβιώσει όταν εκείνος αποτύχει.
Γι’ αυτό λειτουργεί τόσο καλά ως κακός σε διαφορετικές ηλικίες ανάγνωσης. Για ένα παιδί, είναι το τέρας που δεν πρέπει να κατονομάσεις. Ο άνθρωπος χωρίς μύτη, με κόκκινα μάτια και φίδι, που μπορεί να σκοτώσει με δύο λέξεις. Για έναν έφηβο, είναι ο τύραννος που κυνηγά τον ήρωα. Για έναν ενήλικο, όμως, γίνεται πολύ πιο δυσάρεστος: είναι ο άνθρωπος που οργανώνει προκαταλήψεις που ήδη υπάρχουν. Μετατρέπει τον φόβο σε πολιτική, την καταγωγή σε δικαίωμα, την κρατική γραφειοκρατία σε μηχανισμό καταδίωξης, την εκπαίδευση σε προπαγάνδα και την κοινωνική ανασφάλεια σε όπλο. Γι’ αυτό μπορεί να διαβαστεί ταυτόχρονα ως γοτθικός κακός, ολοκληρωτικός ηγέτης, ιδεολογικός εξτρεμιστής και τραγική φιγούρα, χωρίς καμία από αυτές τις αναγνώσεις να χρειάζεται να τον εξωραΐσει.
Και ίσως η πιο έξυπνη επιλογή της Ρόουλινγκ είναι ότι στο τέλος δεν του χαρίζει ούτε το μεγαλείο που τόσο απεγνωσμένα αναζητούσε. Δεν πεθαίνει σαν θεός. Δεν γίνεται αιώνια σκιά. Δεν μεταμορφώνεται σε μυθικό τέρας. Ο Τομ Ριντλ, το παιδί που μισούσε το κοινό του όνομα επειδή ήθελε να είναι διαφορετικός από όλους, καταλήγει ακριβώς εκεί όπου καταλήγουν όλοι οι άνθρωποι. Νεκρός. Αυτή είναι η τελική ήττα του. Όχι επειδή ο Χάρι είχε ισχυρότερο ξόρκι, παπάpια είχε. Όχι επειδή οι μαθητές ήταν καλύτεροι μάγοι, δεν ήταν. Όχι επειδή ο Βόλντεμορτ ξέχασε ξαφνικά πώς λειτουργεί η μαγεία. Ήξερε τρομακτικά πολλά για τη μαγεία. Απλώς είχε οικοδομήσει ολόκληρη την ύπαρξή του πάνω στην ιδέα ότι όσα δεν μπορούσε ο ίδιος να μετρήσει ως δύναμη δεν άξιζαν να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Και τελικά τον νικούν ακριβώς αυτά, η πίστη, η αφοσίωση, η αυτοθυσία, η σχέση, η διαφορετική μορφή μαγείας, η δυνατότητα ενός ανθρώπου να επιλέξει κάποιον άλλον αντί για τον εαυτό του. Ο μεγαλύτερος Σκοτεινός Μάγος της εποχής δεν ηττήθηκε επειδή ήταν λιγότερο ισχυρός απ’ όσο νομίζαμε. Ηττήθηκε επειδή η αντίληψή του για το τι συνιστά δύναμη ήταν πολύ μικρότερη από τον ίδιο τον κόσμο.
Vasilis Couts

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου